Σπίτι χωρίς παράθυρα

Κοιτάζω το ζαρωμένο της προσωπάκι, τα αποστεωμένα της δάκτυλα, τα ματάκια της στεγνά από τη λάμψη και τη σπιρτάδα του παρελθόντος, θολά και λυπημένα. Το βλέμμα απόμακρο. Είναι η μάνα μου. Αναρωτιέμαι τι να σκέφτεται, ξέρω πως λίγα θυμάται πια. Πώς είναι αλήθεια να ζεις μόνο το σήμερα χωρίς τη γέφυρα προς το χθες και με το αύριο να τελειώνει βιαστικά; Ποιος της κάνει παρέα όταν είναι μόνη; Την ώρα που ξαπλώνει, λίγο πριν κοιμηθεί, τι να σκέφτεται άραγε; Πώς είναι η ζωή χωρίς τις αναμνήσεις της; Πώς είναι να ζεις κλειδωμένος στο τώρα; Οι έξοδοι διαφυγής κλειστοί και το σεργιάνι στα καλοκαίρια της νιότης σου απροσπέλαστο. Να θυμηθείς τον άντρα και συνοδοιπόρο σου στο ταξίδι. Να ξανανιώσεις τη χαρά να τον έχεις δίπλα σου στα εύκολα και στα δύσκολα, την ανακούφιση της αγκαλιάς του- τη φωνή και το χαμόγελό του. Πώς είναι να σου κλέβουν τις στιγμές σου; Αυτές που σε καθόρισαν και σε δυνάμωσαν για να αντέξεις, για να πας παρακάτω, όταν ο πόνος της απώλειας σε είχε παραλύσει. Πώς πορεύεσαι χωρίς τις εικόνες από τις χαρές των παιδιών σου και δίχως τη γεύση απ’ τα φιλιά των εγγονών σου;               

Η επικοινωνία περιορισμένη με πολύ συχνές επαναλήψεις. Σκόρπια παιδικά τραγουδάκια και στιχάκια: «Αγαπώ σε πεθανίσκω τζαι ξυπνώ τζαι δε σε βρίσκω…»

Ούτε και εγώ σε βρίσκω μανούλα μου, όσο και να σε ψάχνω. Σε κοιτάζω, αλλά εσύ λείπεις, έχεις απομακρυνθεί μέχρι το τέλος του ορίζοντα. Μπορεί να μην θυμάσαι, μπορεί να μπερδεύεις το όνομά μου, μπορεί να ξεχνάς πόσα παιδιά έχεις, όμως όταν σε αγκαλιάζω σφιχτά ξέρεις πόσο με αγαπάς. Αυτό το ζεστό συναίσθημα καμιά ασθένεια δεν θα στο κλέψει. Και είναι αρκετό και για τις δυο μας. Αρκετό για να ξυπνήσεις άλλη μια μέρα, έστω και έτσι. Αρκετό και για μένα, για να πιώ άλλον ένα καφέ κοντά σου, να σε κοιτάζω, να σε αγγίζω και να θυμάμαι εγώ και για τις δύο μας…      

Leave a Reply