Όταν το σκοτάδι γίνεται η μήτρα που γεννά το φως

«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, νέας βιοτής, της αιωνίου απαρχήν και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των Πατέρων. Θεόν και υπερένδοξον

Ο ανθρώπινος πόνος έχει μαγικές ιδιότητες. Μας μεταμορφώνει σμιλεύοντας το μέσα μας και απομακρύνοντας τα μπάζα. Αφαιρεί το λίπος της κακίας μας, σπάει τις αλυσίδες του εγωισμού μας και ξεπλένει τις γλίτσες της αυταρέσκειας, του εγωκεντρισμού και της απληστίας μας. Μας αφήνει γυμνούς ενώπιον του Δημιουργού μας. Τα μάτια να έχουν θολώσει από το κλάμα, κι’ όμως για πρώτη φορά βλέπουν καθαρά και στρέφονται στον ουρανό καθώς τα χείλη με συστολή ψελλίζουν… «Αν θέλεις, κάνε κάτι, σε ικετεύω…»   

Χτες θύμωνα για την αγένεια και την αγραμματοσύνη μιας άγνωστης φωνής στο τηλέφωνο που μου απηύθυνε τον λόγο στον ενικό. «… Μα είναι θέμα επαγγελματικής εθιμοτυπίας και πρωτοκόλλου!» υπερθεμάτιζα, η ηλίθια.  Εξοργιζόμουν με τον κουτοπόνηρο που μου είχε κλέψει την προτεραιότητα στον δρόμο. Γινόμουν έξαλλη με την αγένεια και το ψέμα. «Μα είναι θέμα παιδείας και καλλιέργειας !» διεκήρυττα, το αλαζονικό βόδι. Είχα μια εκ γενετής φυσική ροπή προς την κριτική, με τον ενθουσιασμό και υπέρμετρο ζήλο νεοδιορισθέντα του Ανώτατου Δικαστηρίου. Γρήγορη και απόλυτη στις νομικές γνωματεύσεις μου και ακόμη πιο άμεση στη λήψη καταδικαστικών αποφάσεων και απονομή ποινών.         

Ένα απόγευμα Παρασκευής άλλαξαν όλα. Φτάνοντας σπίτι μετά τη δουλειά, βρίσκω τον άντρα μου, τον συνοδοιπόρο και σύντροφό μου, τον άνθρωπό μου, να αναπνέει με δυσκολία. Τώρα είναι που τα μάτια καρφώνονται στον ουρανό και τα χέρια απλωμένα αποζητούν απεγνωσμένα τον Πατέρα να κάνει κάτι και γρήγορα.

Βαθιά ανάσα και τρέχουμε καθώς το μέσα μου ουρλιάζει: «Παπά μου, είμαι γυμνή, κρυώνω και ντρέπομαι, είναι σκοτάδι και δεν βλέπω που πάω, είμαι μόνη και φοβάμαι και δεν υπάρχει κανένας. «Βοήθησέ με !» Κι’ αυτός, ο ξεχασμένος μας Πατέρας, αυτόν που παρατήσαμε στο εικονοστάσι παρέα με τη σκόνη, ακούει, βλέπει και νιώθει. Δεν μας κρατάει κακία για τις μοχθηρίες που ξεστομίσαμε, για τον δίπλα που δικάσαμε με συνοπτικές διαδικασίες και τον απελπισμένο που πανηγυρικά αγνοήσαμε. Ακούει και πονάει μαζί μας, απλώνει τον χιτώνα του να μας ζεστάνει, μας σφίγγει στην αγκαλιά του να μην φοβόμαστε, φωτίζει το δρόμο μας και περπατάει δίπλα μας, βήμα-βήμα,  μια μέρα τη φορά. Η φουρτούνα γαλήνεψε, το μέσα γέμισε αγάπη και ευγνωμοσύνη κι’ αυτός αποχώρησε αφήνοντας πίσω μόνο το φως της αγάπης του.

Leave a Reply